Δημοσιεύματα - Texts

 

    Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν γίνει πολλές συζητήσεις γύρω από την έννοια της ελληνικότητας στο χώρο της ιστορίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας κ.τ.λ.

    Πώς πιστεύετε ότι η ελληνικότητα εμπεριέχεται σήμερα στην πολιτική στρατηγική των ελληνικών κομμάτων;

 

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

                                                                                                        

                                                                                                                              ΘΟΔΩΡΟΣ, γλύπτης

Έχω ασχοληθεί με το ζήτημα της «ελληνικότητας» από τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου, από τον εμφύλιο και μετά, όταν η «ελληνικότητα» αποτελούσε πεδίο πολιτικών και καλλιτεχνικών διεκδικήσεων, που κατοχύρωνε την κοινωνική καταξίωση, ανάλογα με το ιδεολογικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργούσε κάθε Έλληνας πολίτης.

Αναφέρομαι σε προσωπικές εμπειρίες για να φανερώσω, από την αρχή, τις επιπτώσεις από τα ιδεολογικά στερεότυπα, τα οποία καθορίζουν την προσωπική και κοινωνική ζωή, άμεσα ή έμμεσα.

Οφείλω να ομολογήσω πως αν δεν είχα φύγει για το Παρίσι, με υποτροφία το 1959, δεν ξέρω αν θα είχα ξεπεράσει το «δεοντολογικό σύνδρομο της ελληνικότητας», καθώς εκεί, μακριά από την Ελλάδα, απόκτησα συνείδηση ως Έλληνας – Ελεύθερη συνείδηση, πέρα από ιδεοληπτικούς καταναγκασμούς.

Εκεί μελέτησα την Τέχνη ως τεκμήριο πολιτισμού, με ανθρωπολογικά και εθνολογικά κριτήρια. Εκεί συμφιλιώθηκα με τη ελληνική γλώσσα, την οποία είχα υποστεί στη βασική και μέση εκπαίδευση, με τις ιδεολογικές στρεβλώσεις στην αντιπαράθεση: Καθαρεύουσα 1 δημοτική. Εκεί ανέγνωσα και την ιστορία της Ελλάδας μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του κόσμου.

Έχω γράψει κατά καιρούς για τα πολιτισμικά πρότυπα που διαμορφώνουν τις κοινωνικές αξίες, πολιτικές, οικονομικές και καλλιτεχνικές.

Σε κείμενο που δημοσιεύτηκε μέσα στη δικτατορία, στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 27 Ιανουαρίου1974, με τίτλο «Κριτική ή κρίση της αντικειμενικότητας», άγγιξα και το ζήτημα της ελληνικότητας, μεταξύ άλλων ιδεοληπτικών προτύπων που κυκλοφορούσαν και κυκλοφορούν στην πολιτική και καλλιτεχνική αγορά. Τότε έγραφα: …κάποτε ένας ποιητής μας μου είπε: «Τα έργα σας είναι πολύ ελληνικά».

Στην απάντησή μου «Είμαι Έλληνας οντολογικά και όχι δεοντολογικά» εννοούσα πως αποτελεί ταυτολογία και όχι προτέρημα, ότι τα έργα μου είναι ελληνικά.  

          Η  ελληνικότητα δεν μονοπωλείται, δεν χαρίζεται ούτε αφαιρείται, δεν ανήκει σε μια γενιά, ούτε σε μια καλλιτεχνική νοοτροπία, είναι δυναμική μορφή η οποία δεν εκφράζεται πάρα μόνο ιστορικά, δηλαδή από τα χνάρια που αφήνει πίσω της η ζωή και η μοίρα των ανθρώπων-Ελλήνων.    

Το ζήτημα της «Ελληνικότητας» ξεκινάει από την παλιγγενεσία του ’21, με τη δημιουργία του Νεοελληνικού κράτους, όπου κυριάρχησε το βαυαρικό Νεοκλασικό μοντέλο, ακυρώνοντας τη διαχρονική εξέλιξη και τη γνήσια παράδοση των Ελλήνων. Από εκεί ξεκινούν διάφορα ιδεολογικά και ιδεοληπτικά μορφώματα «εθνικής ταυτότητας».

          Στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, η γενιά του ’30 άνοιξε τον ορίζοντα της ελληνικότητας, πέρα από τα νεοκλασικά στερεότυπα, προς τη λαϊκή και βυζαντινή Τέχνη και προς τις προ-κλασικές περιόδους του ελληνικού πολιτισμού.

          Ωστόσο και αυτή η γενιά εγκλωβίστηκε αργότερα, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην αντιπαράθεσή της με τη γενιά του ’60 – όπως ονόμασαν τη δική μας γενιά – καθώς η γενιά μας ζυμώθηκε μέσα στα ιδεολογικά και πολιτισμικά ρεύματα της μεταπολεμικής διανόησης και της Τέχνης.

          Μετά επήλθε η δικτατορία, όπου η «ελληνικότητα» έφτασε στο άκρον άωτον της δημαγωγικής ευτέλειας, για να μην πω του εξευτελισμού.

         Σήμερα, στην πολιτική δημαγωγία, πέρα από τα εθνικιστικά συνθήματα που εξακολουθούν να κυκλοφορούν στην αγορά, με κοινωνικά, πολιτικά, καλλιτεχνικά και οικονομικά ανταλλάγματα, υποβόσκουν και άλλα «εθνικά στερεότυπα».

 Η έμφαση στην αναζήτηση ή στη διεκδίκηση της «ελληνικότητας» υποδηλώνει εθνική ανασφάλεια και έλλειψη γνήσιας εγγενούς παράδοσης.

        Η ελληνικότητα μπορεί να μελετηθεί ως συνισταμένη των χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας στην ιστορική της εξέλιξη, όταν διερευνήσουμε τις δομές και τις παραμορφώσεις της «ελληνικής παράδοσης».

Επάνω σε αυτό το αμείλικτο ερώτημα οφείλουμε να συγκροτήσουμε το ζήτημα της «ελληνικότητας»:

  • Ποιες αξίες, ποιο φυσικό και τεχνητό περιβάλλον μας «παρέδωσαν» οι προηγούμενες γενιές;

  • Πώς τα διαχειριστήκαμε; Δημιουργικά ή καταναλωτικά και εκφυλιστικά;

  • Τι αξίες, τι περιβάλλον θα «παραδώσουμε» στις επόμενες γενιές;

      Όταν οι κοινωνίες εξελίσσονταν σε γεωγραφικό τόπο και σε χρόνο κοινό και σε ρυθμούς της φύσης, τότε διαμορφώνονταν κοινές αξίες και συμπεριφορές ως βασικοί ποιοτικοί παράγοντες στην αλυσίδα επιβίωση→συμβίωση→διαβίωση. Αξίες που ονομάσαμε «πολιτισμό», οι οποίες συνιστούσαν τη ζωντανή παράδοση στη συνέχεια του χώρου και του χρόνου – χτες, σήμερα, αύριο.

       Στην εποχή μας, όπου κυριαρχεί ο «πολιτισμός της κατανάλωσης» –  κατανάλωση     υλικών και φαντασιακών αγαθών, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος – το ζήτημα της «εντοπιότητας» αποκτά νέο περιεχόμενο στο παγκόσμιο περιβάλλον που διαμορφώνεται δια μέσου των οπτικοακουστικών μέσων, των τηλε-δικτύων, στην α-τοπική ασυνέχεια του γεωγραφικού χώρου και του φυσικού χρόνου.

         Όταν επικοινωνούμε με οθόνες, «βλέπουμε και ακούμε» πληροφορίες για γεγονότα που συμβαίνουν σε διάφορα μέρη του κόσμου, όσο και στη γειτονιά μας, γεγονότα που έγιναν στο παρελθόν, στο απώτερο ή στο χθεσινό, γεγονότα που εξελίσσονται στο παρόν ή παρουσιάζονται σε virtual reality. Έτσι συγχέεται η αντίληψη του χώρου και του χρόνου, με συνέπειες στη διαχείριση του δικού μας φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος.

        Καθώς είμαστε πλέον όλοι κάτοικοι του ίδιου «παγκόσμιου χωριού» (global village), είμαστε υποχρεωμένοι να διαχειριστούμε το τοπικό μας περιβάλλον, σε όλες τις  κλίμακες, από το φυσικό περιβάλλον στο αστικό, μέχρι το προσωπικό μας περιβάλλον, ανθρώπινο και τεχνητό.

Εδώ η Τέχνη, ως δημιουργική κοινωνική λειτουργία, αποκτά νέο περιεχόμενο στη διαμόρφωση νέων αξιών.

         Κλείνοντας τις σκέψεις μου, θα επαναλάβω τη φράση που έγραψα στο τέλος της απάντησης στο προηγούμενο ερώτημα του περιοδικού: «Η Αριστερά και η Δεξιά καθόρισαν τον 20ο αιώνα. Τι θα καθορίσει τον 21ο αιώνα;»

        Η ελπίδα μπορεί να προκύψει από μιαν άλλη θεώρηση του Πολιτισμού ως βασικού παράγοντα επιβίωσης-συμβίωσης-διαβίωσης των ανθρώπων επάνω στον πλανήτη μας.

        Πολιτισμός ο οποίος θα καθορίσει το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό μιας άλλης πολιτικής και εθνικής ιδεολογίας.

 Οκτώβριος 2008

  

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος No 50 (115) του περιοδικού Monthly Review, Φεβρουάριος 2009

 

 

 

 

 

 

Επιστροφή Δημοσιεύματα - Return to Texts