Δημοσιεύματα-texts

 

 

 

 

Η ΤΟΛΜΗ ΤΗΣ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ

                                                                                                                            CHARLES SPENCER

 

      Από χρόνια τώρα παρακολουθώ την καλλιτεχνική οδύσσεια του Θόδωρου. Θυμάμαι καλά πως είδα γλυπτά του για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1963, σε μια ειδική έκθεση νέων καλλιτεχνών που οργανώθηκε για τα μέλη της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Τέχνης (A.I.C.A.) που είχαν έρθει για να επισκεφτούν την πρωτεύουσα. Είχα κιόλας ακούσει να μου μιλά για το ταλέντο του ένας κοινός φίλος, ο παλαίμαχος Έλληνας γλύπτης Χρήστος Καπράλος, σεβαστός για τον ακέραιο χαρακτήρα του, σαν άνθρωπος και καλλιτέχνης και βαθιά ριζωμένος στα καλλίτερα στοιχεία του Ελληνισμού. Σύμφωνα αμέσως με την εκτίμηση του για το νέο συντεχνίτη του και πράγματι στο έργο του Θεόδωρου, εκείνο τον καιρό, διέκρινα ομοιότητες κληρονομιάς και αδιάψευστα συμπτώματα ανησυχίας. Μπόρεσα τότε να παρουσιάσω το έργο στο Λονδίνο για πρώτη φορά το 1964 σε μια μικτή έκθεση στη Γκρόσβενορ Γκάλερι, όπου όχι μόνο κέρδισε θαυμαστές αλλά και συλλέκτες.

Υπήρχε κάτι το λαμπρά   ηρωικό στα πρώτα του γλυπτά, σαν απόηχος από περικεφαλαίες και πανοπλίες, από φτερά κάποιας Νίκης, γλυπτές χειρονομίες που θύμιζαν τα περασμένα, και πιο ειδικά σε μια έκθεση, όσο θυμάμαι, όταν το έργο του πλαισιώθηκε από το μακρινό Παρθενώνα και παρ'  όλα αυτά απέφευγε την παράλογη κοινοτυπία που αντιπροσωπεύουν ένα σωρό ''εθνικιστικά'' ή λαϊκιστικά έργα τέχνης, σε πολλά μέρη του κόσμου. Να είσαι καλλιτέχνης σε μια χώρα με τόσο μεγάλο παρελθόν είναι από τις μόνιμες προκλήσεις για την Ελλάδα ή την Ιταλία. Οι Άγγλοι καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν άλλα προβλήματα, αλλά καμία συναγωνιστική σχέση με παλιές δόξες. Ο Θόδωρος, μόνος νομίζω ανάμεσα στους Έλληνες γλύπτες της γενιάς του, έδειχνε να έχει λύσει το πρόβλημα, δεν απαρνήθηκε της καταβολές της καταγωγής του κι όμως απόφυγε τις ρομαντικές υπεκφυγές είτε τα συναισθηματικά του αναστυλώματα. Παρακολουθούσα την εξέλιξή του με ενδιαφέρον και φιλία, επισκεπτόμουν τα εργαστήρια του στο Παρίσι και την Αθήνα, καλωσορίζοντάς τον καμιά φορά στο Λονδίνο. Όσα είχα περιγράψει σαν ''συμπτώματα ανησυχίας'' έγιναν ακόμα πιο ξεκάθαρα, υπήρχε μια κάποια εξπρεσιονιστική τραχύτητα στις ηρωικές μορφές: ο μπρούτζος ή το σίδερο απέφευγαν τις απαλές και λείες επιφάνειες. Ένα περίεργο μοτίβο, σαν ομφάλιος λώρος, προμηνούσε ένα δημιουργικό αλλά και ανησυχητικό συνάμα στοιχείο, εκείνο τον καιρό είχα γράψει: ''Η σχέση ανάμεσα στα περίεργα, σχεδόν καταθλιπτικά σχήματα του Θόδωρου και την ανθρώπινη μορφή είναι πολύ λεπτή, στο έπακρο, το ξεκάθαρο βάρος και ο όγκος του μετάλλου συμβάλουν στα περίεργα απειλητικά σχήματα, στα κοφτερά προφίλ και στα γαντζωτές φόρμες''. Ειδικά θυμάμαι εκείνο το εξαίσιο ακροβατικό γλυπτό που θύμιζε το ποδήλατο του Duchamp, αλλά που δραματικά και ποιητικά μεταμόρφωσε σε μια διασταύρωση  ανάμεσα σ' ένα θωρακισμένο ακροβάτη τσίρκου κι έναν αστροναύτη ρομπότ.

Τα ανησυχητικά στοιχεία των πρώτων αυτών εξαίσιων έργων που ίσως τότε να ήταν ενστικτώδη, βρήκαν διέξοδο αργότερα σε αμφιβολίες πνευματικές και διανοητικές. Με την ευαίσθητη ακεραιότητά του βρέθηκε να παλεύει, όπως και τόσοι άλλοι καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, με το κεντρικό δίλημμα του καλλιτέχνη μέσα σ' έναν πολιτισμό που πεθαίνει. Οι μοντέρνοι καλλιτέχνες είχαν να αντιμετωπίσουν την αδυσώπητη αλήθεια πως δεν είναι πια αστέρες γαλαξία της Αναγέννησης, σπινθηροβόλα σύμβολα μέσα στο στερέωμα της Δυτικής κοινωνίας. Η έννοια του διαφωτισμού που όπως είπε ο Σερ Κέννεθ Κλάρκ, μεταμόρφωσε τον καλλιτέχνη-τεχνίτη σε ''ήρωα'', κάτι σαν υποκατάστατο της θείας λειτουργίας-που πράγματι έδωσε μια σειρά από θεϊκά σχεδόν πλάσματα, από τον Ντα Βίντσι ίσαμε τον Πικάσο- πρέπει πια να καταλογισθεί σα μια αντανάκλαση αυτής της ίδιας παρακμής που τη γέννησε. Το σκουλήκι στη καρδιά του χρυσού μήλου είναι ολοφάνερο τώρα. Και δεν είναι περίεργο που οι καλλιτέχνες αρνούνται πια να φτιάχνουν χρυσά μήλα σαν να μην έχει σημασία το περιεχόμενο αν η φόρμα ξεγελάει την αποδοχή των αισθήσεων. Στον αιώνα μας είδαμε μια χωρίς προηγούμενο βία που ασκεί καλλιτέχνης στον εαυτό του και στην τέχνη. Οι αληθινές προσπάθειες για να αλλάξει η κοινωνία μετατρέπονται σ' ένα πλέγμα από αγάπη-μίσος για τα ίδια δημιουργικά του ένστικτα. Όσο πήγαινε μεγάλωνε η άρνηση της υποταγής σε εικονογραφικά ή εμπορικά στερεότυπα, κι ο καλλιτέχνης αδημονούσε να ξαναποκτήσει το δικαίωμα να διερευνήσει και να σχολιάσει, να επιβεβαιώσει με πολύπλοκους σύγχρονους όρους την παλιά Ελληνική πεποίθηση πως o καλλιτέχνης είναι το φερέφωνο των Θεών, ένας μάντης που μεταδίδει συχνά δυσάρεστες αλήθειες, ακόμα και μοιραία προαισθήματα.

Η δημιουργία εικόνων και ειδώλων, η αντικατάσταση των ιδανικών του πολιτισμού μας από τους χυδαίους υλιστικούς στόχους, η ανταπόκριση σε κερδοσκοπικές επιταγές- όλα αυτά δεν μπορούν πια να ικανοποιήσουν τον καλλιτέχνη. Αναπόφευκτα, όπως στις περισσότερες επαναστάσεις τα αποτελέσματα είναι θολά συχνά ή ακόμα και αυτοκαταστροφικά. Είδαμε μια αλλοτρίωση, που όσο πάει και μεγαλώνει, ανάμεσα στο δημιουργικό πνεύμα και τη συγκατάθεση του κοινού, ένα χάσμα που ίσως ποτέ να μην γεφυρωθεί μέχρι να θεμελιωθεί σε μια νέα μορφή κοινωνίας.

Ο Θόδωρος είναι ένα από κείνα τα σπάνια πνεύματα που ακούσανε το χρησμό, ακόμα κι όταν φαινότανε ότι υπομονεύει τα πιο πολύτιμα καλλιτεχνικά του προσόντα. Κι είναι αυτή η πράξη αναμέτρησης, που μακροπρόθεσμα, για όλους μας, είναι η πιο σημαντική χειρονομία που μπορεί να κάνει ο καλλιτέχνης.

                                                                                                    

                                                                                                                    Λονδίνο, Γενάρης 1975 

 

 

Επιστροφή Δημοσιεύματα - Return to Texts